
Περιληπτική απόδοση:
Ένα λιοντάρι αφού είχε φάει πάρα πολύ αποκοιμήθηκε και ονειρευόταν. Ξαφνικά το λιοντάρι ενώ κοιμόταν νιώθει κάτι να περπατάει επάνω του. Άνοιξε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι αυτό που τον γαργαλούσε ήταν ένας ποντικός. Τότε το λιοντάρι νευρίασε πάρα πολύ με τον ποντικό
που τόλμησε να του διακόψει τον ύπνο και ετοιμάστηκε να το κάνει μια χαψιά. Τότε το ποντικάκι κλαίγοντας και παρακαλώντας το λιοντάρι του ζήτησε να τον αφήσει και ότι αυτό στο μέλλον θα του ξεπλήρωνε την χάρη που του έσωσε την ζωή. Το λιοντάρι άφησε το ποντικάκι αλλά βλέποντας το αμφισβήτησε την ικανότητα του ποντικιού να του ξεπληρώσει την χάρη. Μετά από πολύ καιρό και αφού το λιοντάρι είχε ξεχάσει το περιστατικό, ξαφνικά έπεσε σε έναν λάκκο που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί, οι οποίοι στην συνέχεια του έδεσαν τα πόδια για να μην μπορεί να γλιτώσει, μέχρι εκείνοι να πήγαιναν να ζητήσουν βοήθεια για αν το κουβαλήσουν. Ύστερα από λίγη ώρα έτυχε να περνάει από τον λάκκο ο ποντικός, είδε το λιοντάρι παγιδευμένο και κατέβηκε να το βοηθήσει. Αρχικά το λιοντάρι για άλλη μια φορά αμφισβήτησε τις δυνατότητες του μικρού ποντικού, ώσπου ο ποντικός με τα σουβλερά του δόντια άρχισε να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά και στο τέλος κατάφερε να τα κόψει και να ελευθερωθεί το λιοντάρι. Αφού το λιοντάρι ελευθερώθηκε με ένα σάλτο βγήκε από τον λάκκο, αλλά δεν έφυγε, περίμενε να βγει και ο ποντικός για να τον ευχαριστήσει που τον έσωσε. Τότε ο ποντικός του απάντησε ότι του είχε υποσχεθεί πως θα του ξεπλήρωνε την καλοσύνη που του είχε κάνει αν και το λιοντάρι, ο βασιλιάς των αγριμιών δεν τον πίστευε καθώς ο ποντικός ήταν μικρός και αδύναμος.