Περιληπτική  απόδοση  του  μύθου :

Ήταν ένας γεωργός ο οποίος είχε τέσσερις γιους. Ο γεωργός αυτός ήταν πολύ εργατικός και περιποιόταν τα κτήματά του, σε αντίθεση με τους γιους του οι οποίοι ήταν τεμπέληδες και δεν ολοκλήρωναν καμία δουλειά. Ο γεωργός ήταν πολύ στεναχωρημένος για την κατάσταση αυτή και ανησυχούσε για το μέλλον των γιών του. Τους συμβούλευε να δουλεύουν γιατί όταν εκείνος θα πέθαινε θα κατέληγαν ζητιάνοι. Οι συμβουλές του όμως πήγαιναν χαμένες.

Κάποια στιγμή ο γεωργός αρρώστησε βαριά και ήξερε ότι δεν θα ζήσει πολύ ακόμα. Έτσι, μάζεψε τα παιδιά του και τους είπε ότι επειδή εκείνος δεν θα ζει για πολύ ακόμα ήθελε να τους εκμυστηρευτεί ένα μυστικό, ότι τόσα χρόνια που δούλευε σκληρά είχε δημιουργήσει έναν θησαυρό τον οποίο τον είχε κρύψει κάπου μέσα στο μεγάλο αμπέλι τους. Τότε τα παιδιά του ρώτησαν που ακριβώς ήταν ο θησαυρός, αλλά εκείνος τους απάντησε πως  δεν θυμόταν που ακριβώς. Μόλις πέθανε ο γεωργός οι γιοί του θέλοντας να βρουν τον θησαυρό άρχισαν να σκάβουν όλο το μεγάλο τους αμπέλι, αλλά μάταια, δεν βρήκαν τίποτα. Από το σκάψιμο αυτό όμως φούντωσαν τα κλήματα και γέμισαν σταφύλια, με αποτέλεσμα να κερδίσουν πολλά χρήματα τον συγκεκριμένο χρόνο. Τότε κατάλαβαν ότι η δουλειά που είχαν κάνει ήταν ο θησαυρός.